Η κεντροδεξιά αξιωματική αντιπολίτευση επικράτησε στις ελληνικές εκλογές. Καταλαμβάνοντας 158 από τις 300 έδρες του Κοινοβουλίου, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν θα χρειαστεί κυβερνητικό εταίρο. Υπό τη νέα κυβέρνηση που τάσσεται υπέρ των μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα θα μπορούσε, επιτέλους, να αρχίσει να ανακάμπτει πιο δυνατά από τη βαθιά κρίση. Το εκλογικό αποτέλεσμα προμηνύει θετικές εξελίξεις για την Ελλάδα για τρεις λόγους:

Πρώτον, σε μια αξιομνημόνευτη επίδειξη πολιτικής ωριμότητας, οι Ελληνες ψηφοφόροι απέρριψαν τις λαϊκιστικές και άλλες ριζοσπαστικές συνταγές. Περίπου τέσσερα χρόνια αφότου είχαν δώσει την εξουσία στον συνασπισμό αριστερών και δεξιών κομμάτων, οι Ελληνες υποστήριξαν σε συντριπτικό βαθμό φιλοευρωπαϊκά κόμματα, την κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία (39,9%), τον ταπεινωμένο και αποριζοσπαστικοποιημένο ΣΥΡΙΖΑ του απερχόμενου πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα (31,5%) και το κεντροαριστερό ΚΙΝΑΛ (8,1%). Δεύτερον, ο νέος πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος μεταρρυθμιστής που έχει αποδείξει το σθένος του ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά το 2013 και το 2014. Θεωρούμε πως θα φέρει εις πέρας τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται περισσότερο η Ελλάδα, ειδικότερα μείωση της φορολογίας επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων όπως επίσης και πιο ισχυρή εφαρμογή φιλικών προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων. Τρίτον, το εκλογικό αποτέλεσμα θα πρέπει να επιτρέψει στον Μητσοτάκη να υπερβεί ένα βασικό εμπόδιο στις αρχές του επόμενου έτους.

Τον Φεβρουάριο του 2020 θα χρειαστεί 180 ψήφους στο Κοινοβούλιο ώστε να ανανεώσει τη θητεία του προέδρου της Ελλάδας ή να εκλέξει τον διάδοχό του. Αποτυχία θα οδηγούσε σε νέες εκλογές. Αυτό είχε οδηγήσει στην πτώση του Σαμαρά στα τέλη του 2014 και είχε ανοίξει τον δρόμο για την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2015 για να ακολουθήσει η καταστροφική σύγκρουση των Τσίπρα/Βαρουφάκη με τους πιστωτές το πρώτο εξάμηνο του 2015. Μαζί με τις 22 έδρες της Κεντροαριστεράς, ο Μητσοτάκης φαντάζει τώρα πιθανό να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 180 έδρες και να αποφύγει εκλογές στις αρχές του 2020. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Μητσοτάκη είναι λογικό. Παρ’ όλα αυτά αποτελεί πρόκληση για τους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας. Μετά τις προεκλογικές παροχές του Τσίπρα, η Ελλάδα θα δυσκολευόταν ούτως ή άλλως να επιτύχει τον στόχο για πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που απαιτούν οι πιστωτές. Η μείωση φορολογίας που οραματίζεται ο Μητσοτάκης για τον Ιανουάριο του 2020 θα μειώσει αρχικά το πρωτογενές πλεόνασμα, προτού προσφέρουν οι αυξημένες επενδύσεις, η ενίσχυση της απασχόλησης και η σταδιακή μεταρρύθμιση του δημοσίου τομέα ισχυρότερη ανάπτυξη των φορολογικών εσόδων και αργότερα μείωση των κοινωνικών δαπανών. Είναι πιθανό οι αγορές να ανταποκριθούν θετικά στην εκλογή Μητσοτάκη.

* Ο κ. Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.